1 Συρακούσιες ή Γυναίκες που γιορτάζουν τον Άδωνι.
2 Γοργώ.
3 «Εδώ είναι η Πραξινόη;»
4 Πραξινόη.
5 «Γοργώ αγαπημένη, πόσος καιρός πέρασε· έλα μέσα.»
6 «Θαύμα που ήρθες σήμερα κιόλας. Ευνόη, φέρε το σκαμνί για εκείνη.»
7 «Βάλε κι ένα μαξιλάρι από πάνω.»
8 Γοργώ.
9 «Είναι πολύ ωραίο.»
10 Πραξινόη.
11 «Κάθισε.»
12 Γοργώ.
13 «Ω της βασανισμένης ψυχής μου, μόλις γλίτωσα και ήρθα εδώ,
14 Πραξινόη· τόσος κόσμος, τόσα τέθριππα, τόσες άμαξες.
15 Παντού σανδάλια, παντού άντρες με χλαμύδες·
16 ο δρόμος ατελείωτος, κι εσύ μένεις στην άκρη του κόσμου.
17 Πραξινόη.
18 «Αυτά έκανε ο ξεμυαλισμένος, πήρε σπίτι στην άκρη της γης,
19 τρύπα, όχι σπίτι, μόνο και μόνο να μην έχουμε γείτονες
20 να μαλώνουμε μεταξύ μας — φθονερό κακό, πάντα ο ίδιος.»
21 Γοργώ.
22 «Μη λες τέτοια για τον άντρα σου, καλή μου,
23 μπροστά στο παιδί· κοίτα, γυναίκα, πώς σε κοιτάζει.»
24 «Θάρρος, Ζωπυρίων γλυκό μου παιδί, δεν μιλάει για σένα.»
25 Πραξινόη.
26 «Το νιώθει το βρέφος, ναι, μα την κυρά θεά.»
27 Γοργώ.
28 «Καλό παιδί.»
29 Πραξινόη.
30 «Καλό παιδί, μα αυτός προχτές» (εμείς έτσι τον λέμε πάντα)
31 «πήγε στην αγορά να πάρει νίτρο και φῦκος, για πλύσιμο,
32 και γύρισε φέρνοντας αλάτι· άντρας τρισκαιδεκάπηχυς!»
33 Γοργώ.
34 «Κι ο δικός μου τα ίδια, καταστροφή για τα λεφτά ο Διοκλείδης·
35 έδωσε εφτά δραχμές για κουβάρια, τρίμματα από μαλλιά γριάς,
36 πήρε χτες πέντε στοίβες, όλο βρομιές, ένα σωρό άχρηστα.»
37 «Άντε, πάρε το πανωφόρι και το καρφιτσωμένο πέπλο σου.»
38 «Πάμε στο παλάτι του πλούσιου βασιλιά Πτολεμαίου,
39 να δούμε τον Άδωνι· άκουσα πως κάτι πολύ ωραίο
40 έχει στολίσει γι’ αυτόν η βασίλισσα.»
41 Πραξινόη.
42 «Όλα είναι πλούσια στο σπίτι του ευτυχισμένου.»
43 Γοργώ.
44 «Κι όσα δεις και όσα πεις, θα τα λες εσύ σε όσους δεν τα δουν.»
45 «Ώρα να ξεκινήσουμε.»
46 Πραξινόη.
47 «Όποιος δεν έχει δουλειά, πάντα βρίσκει γιορτή.»
48 «Ευνόη, σήκωσε το νήμα και βάλε το ξανά στη μέση της δουλειάς·
49 οι γάτες θέλουν να κοιμούνται μαλακά.»
50 «Κουνήσου, φέρε γρήγορα νερό· πρώτα χρειάζεται νερό.»
51 «Μα αυτή φέρνει σαπούνι· δώστο όμως, τέλος πάντων· μην είσαι τόσο άπληστη.»
52 «Ρίξε το νερό· δύστυχη, γιατί μου μουσκεύεις το φόρεμα;»
53 «Φτάνει· όπως φάνηκε στους θεούς, έτσι και πλύθηκα.»
54 «Το κλειδί της μεγάλης κασέλας πού είναι; φέρε το εδώ.»
55 Γοργώ.
56 «Πραξινόη, αυτό το δίπλωτο φόρεμα σου πάει πολύ·
57 πες μου, πόσο σου κόστισε το ύφασμα από τον αργαλειό;»
58 Πραξινόη.
59 «Μην τα θυμίζεις, Γοργώ· πάνω από δυο μνες καθαρού αργύρου,
60 κι έβαλα και την ψυχή μου στη δουλειά να το ράψω.»
61 Γοργώ.
62 «Ε, μα άξιζε τον κόπο, όπως φαίνεται.»
63 Πραξινόη.
64 «Καλά το είπες αυτό.»
65 «Φέρε μου το πανωφόρι και βάλε όμορφα το καπέλο μου.»
66 «Δεν θα σε πάρω μαζί μου, παιδί· μπαμπούλα, το άλογο δαγκώνει.»
67 «Κλάψε όσο θέλεις· δεν πρέπει να μείνεις κουτσό.»
68 «Πάμε· Φρυγία, πάρε το μικρό στην αγκαλιά σου·
69 φώναξε τη σκύλα μέσα, κλείσε την αυλόπορτα.»
70 «Αχ θεοί, πόσος κόσμος· πώς και πότε θα ξεπεράσει κανείς
71 αυτό το κακό; σαν μυρμήγκια, αμέτρητοι και χωρίς μέτρο.»
72 «Πολλά καλά, βασιλιά Πτολεμαίε, έχουν γίνει,
73 από τα οποία και το παιδί σου έχει θέση στους αθάνατους·
74 κανένας κακοποιός δεν πειράζει πια τον περαστικό στα αιγυπτιακά στενά,
75 όπως παλιά, που απατεώνες, όλοι ίδιοι, κορόιδευαν τον κόσμο,
76 κακά παιχνίδια, όλοι σκοτεινοί.»
77 «Τι θα κάνουμε, Γοργώ; να, τα άλογα των πολεμιστών
78 του βασιλιά. Άντρα μου, μη με πατήσεις!»
79 «Ο πυρρός σηκώθηκε όρθιος· κοίτα πόσο άγριος είναι.»
80 «Ευνόη, δεν τρέχεις; θα σακατέψει αυτόν που τον κρατά.»
81 «Ευτυχώς, σκέφτομαι, που το βρέφος μου έμεινε στο σπίτι.»
82 Γοργώ.
83 «Θάρρος, Πραξινόη· τώρα είμαστε πίσω τους,
84 κι αυτοί έφυγαν για τον ανοιχτό χώρο.»
85 Πραξινόη.
86 «Κι εγώ ξαναμαζεύω σιγά σιγά τα λογικά μου.»
87 «Άλογο και κρύο φίδι τα φοβήθηκα πάντα πιο πολύ,
88 από μικρό παιδί. Πάμε γρήγορα, μας σπρώχνει πολύς κόσμος.»
89 Γοργώ.
90 «Από το παλάτι έρχεσαι, κυρούλα;»
91 Γραία.
92 «Ναι, εγώ, παιδιά μου.»
93 Γοργώ.
94 «Είναι εύκολο να μπει κανείς μέσα; πες μας.»
95 Γοργώ.
96 Γραία.
97 «Οι Αχαιοί δοκίμασαν και πήγαν στην Τροία,
98 άντρες γενναίοι· με τη δοκιμή όλα γίνονται.»
99 Γοργώ.
100 «Η γριά έφυγε προφητεύοντας, σαν να έλεγε χρησμό.»
101 Πραξινόη.
102 «Όλα τα ξέρουν οι γυναίκες, και πώς πήρε ο Δίας την Ήρα.»
103 Γοργώ.
104 «Γρήγορα, Πραξινόη· κοίτα πόσοι μαζεύονται στις πόρτες.»
105 Πραξινόη.
106 «Θεσπέσιος συνωστισμός. Γοργώ, δώσε μου το χέρι· κι εσύ,
107 Ευνόη της Ευτυχίδας, κράτα την, μην χαθείς.»
108 «Όλες μαζί να μπούμε· κράτα μας σφιχτά, Ευνόη.»
109 «Αλί μου, Γοργώ· ήδη μου έχουν σκίσει το φόρεμα στο πλάι.»
110 «Άνθρωπε, για του Δία, αν είσαι ευτυχισμένος κάποτε,
111 φύλαξε το πανωφόρι μου.»
112 Ξένος.
113 «Δεν εξαρτάται εντελώς από μένα, μα θα το προσέχω.»
114 Πραξινόη.
115 «Τι πλήθος κόσμου!»
116 «Σπρώχνονται σαν γουρούνια.»
117 Ξένος.
118 «Μη φοβάσαι, γυναίκα· είμαστε σε καλό μέρος.»
119 Πραξινόη.
120 «Μακάρι, και όσο ζεις να είσαι μεταξύ καλών ανθρώπων,
121 αφού νοιάζεσαι και μας σκεπάζεις με την καλοσύνη σου.»
122 «Η Ευνόη στριμώχνεται· άντε, δύστυχη, σπρώξε πιο δυνατά.»
123 «Μπράβο· όλες μέσα· όπως λέει κι ο γαμπρός, όταν κλείνει τη νύφη μέσα.»
124 Γοργώ.
125 «Έλα εδώ, Πραξινόη· κοίτα πρώτα τα κεντημένα υφάσματα,
126 τόσο λεπτά και χαριτωμένα· λες και είναι για τους θεούς.»
127 Πραξινόη.
128 «Κυρά Αθηνά, τι κόπο έκαναν οι υφάντρες,
129 και τι ζωγράφοι έγραψαν τόσο ακριβή σχέδια.»
130 «Πώς στέκονται σαν αληθινά, πώς κινούνται σωστά,
131 ζωντανά, όχι απλά υφασμένα· σοφό πλάσμα ο άνθρωπος.»
132 «Κι ο ίδιος ο Άδωνις, τι θαυμαστός πάνω στο ασημένιο κρεβάτι,
133 ρίχνοντας πρώτη φορά χνούδι από τους κροτάφους του,
134 ο τριπλά αγαπημένος, που αγαπιέται ακόμα και στον Αχέροντα.»
135 Άλλος ξένος.
136 «Σταματήστε, δύστυχες, τις ατέλειωτες φλυαρίες σας,
137 σα χελιδόνες που φωνάζετε και γεμίζετε τον τόπο.»
138 Γοργώ.
139 «Μα, από πού είσαι εσύ, άνθρωπε; και τι σε νοιάζει
140 αν μιλάμε πολύ; Τις Συρακούσιες διατάζεις;»
141 «Και να ξέρεις κι αυτό: από την Κόρινθο είμαστε καταγωγή,
142 όπως κι ο Βελλεροφόντης· μιλάμε πελοποννησιακά,
143 και νομίζω πως στους Δωριείς επιτρέπεται να μιλούν δωρικά.»
144 Πραξινόη.
145 «Μόνο να μη βρεθεί κανένας Μελιτώδης δυνατός από εμάς,
146 εκτός από έναν· δεν με νοιάζει, μόνο μην μου σκουπίσεις άδικα το μαντήλι.»
147 Γοργώ.
148 «Σώπα τώρα, Πραξινόη· είναι έτοιμη να τραγουδήσει τον Άδωνι
149 η κόρη της Αργείας, η σοφή τραγουδίστρια,
150 που και πέρσι πρώτευσε στο μοιρολόι.»
151 «Κάτι όμορφο θα πει, το ξέρω· ήδη λυγίζει τη φωνή της.»
152 Γυναίκα αοιδός.
153 «Κυρά, που αγάπησες τους Γολγούς και το Ιδάλιον,
154 και τον ψηλό Έρυκα, Αφροδίτη που παίζεις με το χρυσάφι,
155 τον Άδωνί σου, από τον αστείρευτο Αχέροντα,
156 τον έφεραν στον δωδέκατο μήνα οι Ώρες με τα μαλακά τους πόδια.
157 Αργοκίνητες είναι για τους μακάριους, οι φίλες Ώρες, αλλά ποθηνές·
158 για όλους τους θνητούς έρχονται πάντα φέρνοντας κάτι.»
159 «Κυπρογεννημένη, κόρη της Διώνης, εσύ από θνητή έκανες
160 τη Βερενίκη, όπως λέει ο λόγος των ανθρώπων, αθάνατη,
161 στάζοντας αμβροσία στο στήθος της γυναίκας.»
162 «Και τη θυγατέρα της, την Αρσινόη, σαν την Ελένη,
163 πολύτιμη και πολυλατρεμένη,
164 τη βλέπεις να περιποιείται τον Άδωνι με κάθε καλό.»
165 «Γύρω του βρίσκονται όλοι οι καρποί της εποχής, ό,τι φέρνουν οι κορυφές των δρυών,
166 και οι τρυφερές κληματόβεργες φυλαγμένες σε ασημένια καλάθια,
167 και χρυσά αλάβαστρα με μύρο από τη Συρία.»
168 «Όσα ζυμώνουν οι γυναίκες στον μύλο,
169 ανακατεύοντας κάθε λογής άνθη με λευκό αλεύρι,
170 όσα φτιάχνουν από γλυκό μέλι και από λάδι καθαρό,
171 όλα τα πουλιά και τα ερπετά είναι εδώ γύρω του.»
172 «Πράσινες σκιές από απαλό άνηθο βαραίνουν γλυκά,
173 κι οι νεαροί Έρωτες πετούν από πάνω,
174 σαν νεαρά αηδόνια στις κορφές των δέντρων,
175 δοκιμάζοντας τις φτερούγες τους, κλαδί από κλαδί.»
176 «Α, έβενος! α, χρυσάφι! α, αετοί από λευκό ελεφαντόδοντο,
177 που φέρνετε στον Κρονίδη Δία τον οινοχόο του παιδί.»
178 «Και πάνω πορφυροί τάπητες, πιο μαλακοί κι από τον ύπνο·
179 σ’ αυτούς θα πει η Μίλητος και η Σάμος που τρέφουν τόσα,
180 “Στρώθηκε κλίνη για τον ωραίο Άδωνι άλλη μία.”»
181 «Τη μία την έχει η Κύπριδα, την άλλη ο ροδομάγουλος Άδωνις,
182 γαμπρός δεκαοχτάρης ή δεκαεννιάρης.»
183 «Το φιλί του δεν κεντά ακόμα, τα χείλη του έχουν ακόμη χνούδι.»
184 «Τώρα ας χαίρεται η Αφροδίτη τον άντρα της,
185 κι εμείς αύριο πρωί, όλες μαζί με τη δροσιά,
186 θα τον φέρουμε έξω, στο κύμα που χτυπάει την ακτή,
187 με λυτά τα μαλλιά και τον χιτώνα χαμηλά στους αστραγάλους,
188 και με τα στήθη φανερά θα αρχίσουμε το λεπτό τραγούδι.»
189 «Προχωράς, φίλε Άδωνι, κι εδώ και στον Άδη,
190 μοναδικός ανάμεσα στους ημιθέους, όπως λένε· ούτε ο Αγαμέμνων
191 είχε τέτοια μοίρα, ούτε ο Αίας ο μέγας, ο οργισμένος ήρωας,
192 ούτε ο Έκτορας, ο πιο τίμιος από τα πολλά παιδιά της Εκάβης,
193 ούτε ο Πάτροκλος, ούτε ο Πύρρος που γύρισε από την Τροία,
194 ούτε οι παλιότεροι Λαπίθες και οι του Δευκαλίωνα,
195 ούτε οι Πελοπίδες, ούτε οι Πελασγοί του Άργους.»
196 «Λυπήσου μας τώρα, φίλε Άδωνι, και του χρόνου πάλι
197 έλα χαρούμενος, κι όποτε φτάσεις, να ’ρχεσαι αγαπητός.»
198 Γοργώ.
199 «Πραξινόη, τι σοφή που είναι αυτή η κοπέλα!»
200 «Μακαριστή για όσα ξέρει, πανευτυχής για τη γλυκιά φωνή της.»
201 «Ώρα όμως να γυρίσουμε σπίτι· ο Διοκλείδης δεν έχει φάει ακόμη.»
202 «Είναι όλος ξύδι· όταν πεινάει, να μην τον πετύχεις μπροστά σου.»
203 «Χαίρε, αγαπημένε Άδωνι· κι όταν ξανάρθεις, να μας βρεις χαρούμενες.»